Διέδωσες το παραμύθι, κι ο Ανθρωπάκος ο άντρας σου το ‘χαψε σα χάνος, ότι εσύ είσαι «Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ», Γυναικούλα. Μα δεν είσαι. Είναι αλήθεια, ανακοινώνεις καθημερινά, στις Εβραϊκές ή στις Χριστιανικές εφημερίδες πώς, και πότε, η κόρη σου θ’ αγκαλιάσει έναν άντρα. Αυτό όμως δεν ενδιαφέρει κανένα σοβαρό άτομο. «Κοινωνία» είμαι εγώ και ο ξυλουργός και ο κηπουρός και ο δάσκαλος και ο γιατρός και ο εργάτης. Αυτό είναι η κοινωνία και όχι εσύ, μικρή, καρκινική, άκαμπτη, υποκρίτρια γυναικούλα. Δεν είσαι η ζωή, είσαι η διαστρέβλωσή της. Εγώ όμως καταλαβαίνω γιατί οχυρώθηκες στο κάστρο του πλούτου. Ήταν το μόνο πράγμα που μπορούσες να κάνεις βλέποντας όλη τη μικρότητα των ξυλουργών, των κηπουρών, των γιατρών, των δασκάλων και των εργατών. Μέσα στο πλαίσιο της αρρώστιας αυτής, ήταν η πιο συνετή σου κίνηση. Όμως η μικρότητα και η μικροπρέπεια σού έχει ποτίσει τα κόκκαλα με τη μορφή της δυσκοιλιότητάς σου, των ρευματισμών σου, της υποκρισίας σου, της άρνησης της ζωής σου. Είσαι δυστυχισμένη φουκαριάρα γυναικούλα, γιατί τα παιδιά σου ξεστρατίζουν, οι κόρες σου γίνονται πόρνες, ο άντρας σου μαραίνεται και η ζωή σου σαπίζει και μαζί της οι ιστοί σου. Δεν μπορείς να μου πουλήσεις παραμύθια, Μικρή Κόρη της Επανάστασης. Σε έχω δει ξεγυμνωμένη.
Βίλχελμ Ράιχ (Wilhelm Reich) Άκου, ανθρωπάκο! αποσπερίτης, σελίδα 118