Εκείνη την άγρια νύχτα που η θύελλα σάρωνε τον τόπο, ο Άρεϊτς Μπινγκ προσφέρθηκε να πάρει με το αυτοκίνητό του μερικούς μαθηματικούς που είχαν ξεμείνει στο αποκλεισμένο αεροδρόμιο του Μάντισον και να τους πάει στο Σικάγο. Πυκνό χιονόνερο έπεφτε με λύσσα στο παρμπρίζ· δεν έβλεπες τίποτα εκτός από το παγωμένο οδόστρωμα. Ο Μπινγκ οδηγούσε ατάραχος –απορροφημένος από το μαθηματική θεώρημα που τον βασάνιζε, καθώς εξηγούσε με πάθος τον συλλογισμό του. Το παρμπρίζ θόλωσε από τη θέρμη της κουβέντας του. Οι επιβάτες ίδρωσαν –από το φόβο. Καθώς αύξανε τη ένταση της μαθηματικής περιγραφής, το θόλωμα μεγάλωνε –η ορατότητα σταδιακά περιοριζόταν. Επιτέλους ο Μπινγκ έσκυψε και σήκωσε το χέρι του από το τιμόνι, προφανώς για να σκουπίσει την υγρασία από το παρμπρίζ. Οι συνομιλητές του έβγαλαν έναν στεναγμό ανακούφισης, όμως έχασαν κάθε ελπίδα για επιβίωση όταν είδαν το δάχτυλο του Μπινγκ να σχεδιάζει τύπους στο θολό τζάμι. Ο τρόμος πάγωνε τα πρόσωπά τους καθώς τον παρακολουθούσαν αμίλητοι να συνεχίζει την απόδειξή του, εμπλουτίζοντας την απεικόνιση με βέλη και βοηθητικά σύμβολα –απαραίτητα στοιχεία για την απόδειξή του.
George G. Szpiro η «εικασία» του Πουανκαρέ Τραυλός, 2009, σελίδα 189